Μετάφραση του "amenable" σε Ελληνικά

Οι πρόθυμος, σύμφωνος, υπεύθυνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amenable" σε Ελληνικά.

amenable adjective γραμματική

Willing to respond to persuasion or suggestions. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόθυμος

    adjective masculine

    Willing to comply with; agreeable

    Faced with the prospect of firing their biggest clients, uh, they were both surprisingly amenable

    Και αντιμέτωποι με την προοπτική να χάσουν τους μεγαλύτερους πελάτες τους, ήταν και οι δύο, περιέργως πρόθυμοι

  • σύμφωνος

    adjective masculine

    Willing to comply with; agreeable

    I hope you find amenities to your liking.

    Ελπίζω να βρείτε τις ανέσεις σύμφωνα με τις προτιμήσεις σας.

  • υπεύθυνος

    adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγαθός
    • πειθήνιος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amenable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "amenable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Αμήν · άμποτε · άμποτε ˈabo̞ˌte̞ · αμήν · αμήν aˈmin · αμην · γένοιτο · γένοιτο ˈʝe̞niˌto̞ · είθε · είθε ˈiθe̞ · μακάρι · μακάρι maˈkari
  • άνεση · αβρότητα · ευκολία · ομορφιά · παροχή · προσόν
  • εγκαταστάσεις υδροψυχαγωγίας
  • παροχές δωματίων
  • δοξάστε με! · είναι έτσι ή δεν είναι; · καλά δεν λέω; · τα λέω καλά;
  • έλα ντε!
  • Αμήν
  • άξιος · αμήν Παναγία μου · γεια στο στόμα σου · καλά τα λες · να μου ζήσεις · πες τα χρυσόστομε
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amenable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη