Μετάφραση του "apostate" σε Ελληνικά
Οι αποστάτης, αρνησίθρησκος, εξωμότης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "apostate" σε Ελληνικά.
apostate
adjective
noun
γραμματική
Guilty of apostasy. [..]
-
αποστάτης
noun masculineperson who renounces a faith [..]
Soon he was labeled “apostate,” and some wanted to beat him.
Σύντομα, χαρακτηρίστηκε «αποστάτης» και μερικοί ήθελαν να τον χτυπήσουν.
-
αρνησίθρησκος
noun masculineperson who renounces a faith
-
εξωμότης
noun masculineperson who renounces a faith
-
δειλός
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " apostate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "apostate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ιουλιανός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη