Μετάφραση του "appealing" σε Ελληνικά

Οι ελκυστικός, συμπαθητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "appealing" σε Ελληνικά.

appealing adjective noun verb γραμματική

Having appeal; attractive. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελκυστικός

    adjective masculine

    Compelling and/or attractive in appearance.

    The latest movie, video, or disc may look appealing.

    Η πιο πρόσφατη ταινία στον κινηματογράφο, στο βίντεο ή ο πιο πρόσφατος δίσκος μπορεί να φαίνεται ελκυστικός.

  • συμπαθητικός

    adjective masculine

    I'm assuming since you're probably not less familiar to people it was because you became less appealing

    Μιας και είστε γνώστης των ανθρώπων, συ - νέβαινε επειδή δεν ήσασταν συμπαθητικός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " appealing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "appealing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "appealing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη