Μετάφραση του "appear" σε Ελληνικά
Οι εμφανίζομαι, φαίνομαι, ανακύπτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "appear" σε Ελληνικά.
(intransitive) To come or be in sight; to be in view; to become visible. [..]
-
εμφανίζομαι
verbTo come or be in sight; to be in view; to become visible
You're probably wondering why I keep appearing in your memories.
Προφανώς αναρωτιέσαι γιατί εμφανίζομαι συνέχεια στις αναμνήσεις σου.
-
φαίνομαι
verbTo seem; to have a certain semblance; to look
She appears to have many friends.
Αυτή φαίνεται πως έχει πολλούς φίλους.
-
ανακύπτω
verbεμφανίζομαι (ξαφνικά)
Problems with labelling may appear if laser pointers are misclassified, due to an incorrect application of the standards.
Προβλήματα με την επισήμανση ενδέχεται να ανακύψουν εάν η κατάταξη των δεικτών λέιζερ είναι εσφαλμένη λόγω κακής εφαρμογής των προτύπων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- φανερώνομαι
- φαίνεται
- παρίσταμαι
- προσέρχομαι
- παρουσιάζομαι
- ξεπροβάλλω
- από ό,τι φαίνεται
- δίνω την εντύπωση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " appear " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Appear" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Appear στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "appear" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δίνω το παρών
-
παράσταση
-
αυτοπρόσωπη εμφάνιση · ζωντανή εμφάνιση
-
δίνω το παρών · κάνω την εμφάνισή μου
-
Δεν βρίσκομαι στον υπολογιστή
-
Εμφάνιση · εμφάνιση · εντύπωση · εξωτερικό · επίφαση · επίχρισμα · παράσταση · παρουσία · παρουσιαστικό · πρόσχημα · υπόνοια · φυσιογνωμία
-
Εμφάνιση
-
εμφανίζομαι · παρουσιάζομαι · φαίνομαι