Μετάφραση του "apportioning" σε Ελληνικά

Το κατανομή είναι η μετάφραση του "apportioning" σε Ελληνικά.

apportioning noun verb γραμματική

Present participle of apportion. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατανομή

    noun feminine

    Article 41g shall apply to the amounts thus apportioned.

    Για τα ποσά που προκύπτουν από την κατανομή αυτή, ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 41ζ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " apportioning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "apportioning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διαμοιράζω · διανέμω · καταμερίζω · κατανέμω · μοιράζω · μοιράζω κατ’ αναλογία
  • καταμερίζω
  • διαμοιράζω · διανέμω · καταμερίζω · κατανέμω · μοιράζω · μοιράζω κατ’ αναλογία
  • διαμοιράζω · διανέμω · καταμερίζω · κατανέμω · μοιράζω · μοιράζω κατ’ αναλογία
  • διαμοιράζω · διανέμω · καταμερίζω · κατανέμω · μοιράζω · μοιράζω κατ’ αναλογία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "apportioning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη