Μετάφραση του "apportion" σε Ελληνικά

Οι κατανέμω, μοιράζω, διανέμω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "apportion" σε Ελληνικά.

apportion verb γραμματική

(transitive) To divide and distribute portions of a whole. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατανέμω

    verb

    That quantity shall be apportioned among the producer Member States.

    Η ποσότητα αυτή κατανέμεται ανά κράτος μέλος παραγωγής.

  • μοιράζω

    verb
  • διανέμω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μοιράζω κατ’ αναλογία
    • καταμερίζω
    • διαμοιράζω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " apportion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "apportion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "apportion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη