Μετάφραση του "apprehensive" σε Ελληνικά

Οι ανήσυχος, φοβισμένος, αγχώδης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "apprehensive" σε Ελληνικά.

apprehensive adjective γραμματική

Anticipating something with anxiety or fear. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανήσυχος

    adjective masculine

    I was rather apprehensive, wondering what he might be up to.

    Ήμουν κάπως ανήσυχος, και διερωτόμουν τι σκόπευε να κάνει.

  • φοβισμένος

    adjective

    He seems a little apprehensive about the operation.

    Είναι λίγο φοβισμένος με την εγχείρηση.

  • αγχώδης

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " apprehensive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "apprehensive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "apprehensive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη