Μετάφραση του "apprentice" σε Ελληνικά

Οι μαθητευόμενος, μαθητής, τσιράκι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "apprentice" σε Ελληνικά.

apprentice verb noun γραμματική

A trainee, especially in a skilled trade. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μαθητευόμενος

    noun adjective masculine

    trainee, especially in a skilled trade [..]

    Included are the costs for all employees including homeworkers and apprentices.

    Περιλαμβάνονται οι δαπάνες για όλους τους εργαζομένους, και για τους κατ' οίκον εργαζομένους και για τους μαθητευομένους.

  • μαθητής

    noun masculine

    The evil spirit of the apprentice had passed into the blade itself.

    Το κακό πνεύμα του μαθητή πέρασε μέσα στην ίδια τη λεπίδα.

  • τσιράκι

    noun

    Like an apprentice, an accomplice, something like that.

    Όπως τσιράκι, συνεργό, κάτι τέτοιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " apprentice " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "apprentice"

Φράσεις παρόμοιες με "apprentice" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "apprentice" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη