Μετάφραση του "arm" σε Ελληνικά
Οι βραχίονας, χέρι, μπράτσο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arm" σε Ελληνικά.
The portion of the upper human appendage, from the shoulder to the wrist and sometimes including the hand. [..]
-
βραχίονας
noun masculineportion of the upper limb from shoulder to elbow, upper arm [..]
Tighten the adjustment nut of the elbow with the lower arm in a horizontal position.
Συσφίξτε το περικόχλιο ρύθμισης του αγκώνα με τον κάτω βραχίονα ευρισκόμενο σε οριζόντια θέση.
-
χέρι
noun neuterportion of the upper appendage from shoulder to wrist [..]
Tom grabbed Mary's arm.
Ο Τομ άρπαξε τη Μαίρη από το χέρι.
-
μπράτσο
noun neuterLook at my arm.
Κοιτάξτε το μπράτσο μου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αρμός
- όπλο
- βραχιονας
- βραχίωνας
- κλάδος
- μανίκι
- αγκαλιά
- σκέλος
- οπλίζω
- όργανο
- πτέρυγα
- βραχιόνας
- εξοπλίζω
- υποδιαίρεση
- παράρτημα
- δίνω όπλα σε
- εφοδιάζω με όπλα
- όπλα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " arm " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Abbreviation of [i]Armenian[/i].
-
Βραχίονας
Tighten the adjustment nut of the elbow with the lower arm in a horizontal position.
Συσφίξτε το περικόχλιο ρύθμισης του αγκώνα με τον κάτω βραχίονα ευρισκόμενο σε οριζόντια θέση.
accelerated reply mail: a service of the United States Postal Service [..]
"ARM" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το ARM στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "arm"
Φράσεις παρόμοιες με "arm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εθνόσημο · θηρεός · θυρεός · οικόσημο
-
ένοπλος · οπλισμένος · πολεμικός
-
oπλισμένος και αποφασισμένος · ένοπλος και αδίσταχτος · ένοπλος και επί σκοπόν
-
κοινοτικός θυρεός
-
σύντροφος
-
άρματα · αγκαλιά · θηρεός · μπράτσα · οικόσημο · οπλισμός · όπλα · όπλο
-
βρίσκομαι σε εξέγερση · είμαι έτοιμος για καβγά · είμαι σε εξέγερση · εξεγείρομαι · επαναστατώ · ξεσηκώνομαι