Μετάφραση του "aromatic" σε Ελληνικά

Οι αρωματικός, ευωδιαστός, μυρωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aromatic" σε Ελληνικά.

aromatic adjective noun γραμματική

Fragrant or spicy. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρωματικός

    adjective masculine

    fragrant or spicy

    In the Tettnang region only aromatic hops were selected and grown.

    Στη περιοχή Tettnang ανέκαθεν επιλέγεται και καλλιεργείται μόνον αρωματικός λυκίσκος.

  • ευωδιαστός

    adjective masculine

    fragrant or spicy

  • μυρωμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aromatic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "aromatic" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aromatic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη