Μετάφραση του "aromaticity" σε Ελληνικά
Οι Αρωματικότητα, αρωματικός χαρακτήρας, αρωματικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aromaticity" σε Ελληνικά.
(organic chemistry) The property of organic compounds which have at least one conjugated ring of alternate single bond and double bonds, and exhibit extreme stability. [..]
-
Αρωματικότητα
concept of spatial and electr. structure of cyclic molec. systems displaying the effects of cyclic electron delocalization which provide for their enhanced thermodyn. stability and tendency to retain the struct. type in the course of chem. transfo-ns
The required solvating power depends on the total aromaticity of the oils which in turn depends on the presence of significant levels of PAHs.
Η απαιτούμενη διαλυτική ικανότητα εξαρτάται από την συνολική αρωματικότητα των ελαίων η οποία εξαρτάται από την παρουσία σημαντικής ποσότητας πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων.
-
αρωματικός χαρακτήρας
-
αρωματικότητα
feminineThe required solvating power depends on the total aromaticity of the oils which in turn depends on the presence of significant levels of PAHs.
Η απαιτούμενη διαλυτική ικανότητα εξαρτάται από την συνολική αρωματικότητα των ελαίων η οποία εξαρτάται από την παρουσία σημαντικής ποσότητας πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aromaticity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "aromaticity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αρωματικοί υδρογονάνθρακες · αρωματικοί υδρογονάνθρακες · αρωματικός υδρογονάνθρακας
-
Αρωματικά φυτά · αρωματικό φυτό
-
πολυκυκλικός αρωματικός υδρογονάνθρακας
-
αρωματίζω
-
αρωματικοί υδρογονάνθρακες
-
μαστίχα
-
αρωματική ένωση
-
αρωματικός · ευωδιαστός · μυρωμένος