Μετάφραση του "arterial" σε Ελληνικά

Το αρτηριακός είναι η μετάφραση του "arterial" σε Ελληνικά.

arterial adjective noun γραμματική

Of or relating to an artery. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρτηριακός

    adjective masculine

    Calleigh rushed DNA testing, and it's arterial spray.

    Η Κάλι έκανε τεστ DNA και είναι αρτηριακός ψεκασμός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arterial " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "arterial" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arterial" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη