Μετάφραση του "arteriosclerosis" σε Ελληνικά

Οι αρτηριοσκλήρωση, αρτηριοσκλήρυνση, Αρτηριοσκλήρυνση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arteriosclerosis" σε Ελληνικά.

arteriosclerosis noun γραμματική

(pathology) Hardening, narrowing or loss of elasticity in arteries or blood vessels. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρτηριοσκλήρωση

    feminine

    However, your father is well advanced in arteriosclerosis.

    Ωστόσο, ο πατέρας σου είναι σε πολύ προχωρημένο στάδιο στην αρτηριοσκλήρωση.

  • αρτηριοσκλήρυνση

    noun
  • Αρτηριοσκλήρυνση

    thickening, hardening and loss of elasticity of the walls of arteries

  • αθηροσκλήρωση

    feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arteriosclerosis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arteriosclerosis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη