Μετάφραση του "asphalt" σε Ελληνικά
Οι άσφαλτος, ασφαλτοστρώνω, πίσσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asphalt" σε Ελληνικά.
A sticky, black and highly viscous liquid or semi-solid, composed almost entirely of bitumen, that is present in most crude petroleums and in some natural deposits. [..]
-
άσφαλτος
noun femininesticky, black and highly viscous liquid [..]
Finally, the hot asphalt is drawn off into fiberboard drums lined with silicone paper.
Τελικά, η καυτή άσφαλτος χύνεται σε βαρέλια από ινόπλακες επιστρωμένες με χαρτί σιλικόνης.
-
ασφαλτοστρώνω
to pave with asphalt
-
πίσσα
noun feminineWe need to figure out a way to get both of his legs out of the pocket of asphalt and bring him to the surface.
Πρέπει να βρούμε τρόπο να βγάλουμε τα πόδια του από την πίσσα και να τον φέρουμε στην επιφάνεια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Άσφαλτος
- ασφαλτώνω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " asphalt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Άσφαλτος
Asphalt From the Sea
Άσφαλτος από τη Θάλασσα
Εικόνες με "asphalt"
Φράσεις παρόμοιες με "asphalt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άσφαλτος