Μετάφραση του "asphyxiate" σε Ελληνικά
Οι πνίγω, ασφυκτιώ, προκαλώ ασφυξία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asphyxiate" σε Ελληνικά.
asphyxiate
verb
γραμματική
(transitive) To smother or suffocate someone. [..]
-
πνίγω
verbSo karen had to have used something non-textile To asphyxiate her.
Η Κάρεν πρέπει να χρησιμοποίησε κάτι χωρίς ίνες, για να την πνίξει.
-
ασφυκτιώ
verbHow about " asphyxiate "?
Πες " ασφυκτιώ ".
-
προκαλώ ασφυξία
It won't stop growing until it asphyxiates its host.
Μεγαλώνει μέχρι να προκαλέσει ασφυξία στον ξενιστή του.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " asphyxiate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "asphyxiate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ασφυξία
-
ασφυκτικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη