Μετάφραση του "aspirated" σε Ελληνικά

Οι δασύς, δασυνόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aspirated" σε Ελληνικά.

aspirated adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of aspirate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δασύς

    adjective masculine

    δασύς (ως προς την προφορά)

  • δασυνόμενος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aspirated " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "aspirated" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανάσα · αναρρόφηση · αξίωση · βλέψη · βούληση · δάσυνση · εισπνοή · επιδίωξη · ιδανικό · προσδοκία · φιλοδοξία · όνειρο
  • πνευμονία από εισρόφηση
  • επίδοξος · υποψήφιος
  • επίδοξος
  • φιλοδοξώ
  • φιλόδοξος
  • έχω υψηλές βλέψεις
  • φιλοδοξώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aspirated" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη