Μετάφραση του "aspiring" σε Ελληνικά

Το επίδοξος είναι η μετάφραση του "aspiring" σε Ελληνικά.

aspiring noun adjective verb γραμματική

Present participle of aspire. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίδοξος

    Ethan's an aspiring journalist and a big fan of your daughter's.

    Ο Ethan είναι ένας επίδοξος δημοσιογράφος και μεγάλος φαν της κόρης σας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aspiring " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "aspiring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανάσα · αναρρόφηση · αξίωση · βλέψη · βούληση · δάσυνση · εισπνοή · επιδίωξη · ιδανικό · προσδοκία · φιλοδοξία · όνειρο
  • πνευμονία από εισρόφηση
  • επίδοξος · υποψήφιος
  • φιλοδοξώ
  • δασυνόμενος · δασύς
  • φιλόδοξος
  • έχω υψηλές βλέψεις
  • φιλοδοξώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aspiring" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη