Μετάφραση του "asseveration" σε Ελληνικά

Οι διαβεβαίωση, διακήρυξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "asseveration" σε Ελληνικά.

asseveration noun γραμματική

An earnest affirmation or declaration of support. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαβεβαίωση

    feminine
  • διακήρυξη

    Noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asseveration " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "asseveration" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • βεβαιώνω · διακηρύσσω · επιβεβαιώνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asseveration" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη