Μετάφραση του "assign" σε Ελληνικά

Οι διορίζω, αναθέτω, αποδίδω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assign" σε Ελληνικά.

assign verb noun γραμματική

(transitive) To designate or set apart something for some purpose. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διορίζω

    verb

    To select something or someone for a specific purpose.

    I could assign some personnel to maintain continuous surveillance on Kajada.

    Θα μπορούσα να διορίσω προσωπικό για να έχει σε συνεχή επιτήρηση την Κατζάντα.

  • αναθέτω

    verb

    You have been assigned to one of the authority's labor camps and distribution centers.

    Σας έχουν ανατεθεί καθήκοντα σε ένα στρατόπεδο εργασίας των Αρχών.

  • αποδίδω

    verb

    Selling costs are assigned to services using the ‘cost to cost’ methodology.

    Τα έξοδα πώλησης αποδίδονται σε υπηρεσίες με τη χρησιμοποίηση της μεθόδου των δεδουλευμένων εξόδων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • προσδιορίζω
    • μεταβιβάζω
    • εγκαταλείπω
    • απονέμω
    • αφήνω
    • ανάθεση
    • εκχωρώ
    • κατανέμω
    • προσδίδω
    • παραδίνομαι
    • κατατάσσω
    • παραχωρώ
    • τοποθετώ
    • αντιστοιχίζω
    • διαμοιράζω
    • οικειοποιούμαι
    • σφετερίζομαι
    • σηματοδοτώ
    • νέμω
    • κάνω
    • αποσπώ
    • καταλείπω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " assign " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Assign
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τοποθετώ

    verb

    - assigning members of staff to the task of filling bags at each checkout.

    - η χρησιμοποίηση προσωπικού για να τοποθετεί τα προϊόντα στις σακούλες σε κάθε ταμείο.

  • Εκχωρώ, αναθέτω

Φράσεις παρόμοιες με "assign" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "assign" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη