Μετάφραση του "assigned" σε Ελληνικά
Οι ανατεθειμένος, αποσπασμένος, δοτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assigned" σε Ελληνικά.
assigned
adjective
verb
Simple past tense and past participle of assign. [..]
-
ανατεθειμένος
Serves as a full-time missionary assigned to England.
Υπηρετεί ως πλήρους απασχόλησης ιεραπόστολος ανατεθειμένος στην Αγγλία.
-
αποσπασμένος
-
δοτός
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ειδικός
- εξουσιοδοτημένος
- καθορισμένος
- προβλεπόμενος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " assigned " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "assigned" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σχολική εργασία
-
πρόταση αντιστοίχισης
-
εκχωρημένη συχνότητα
-
δημοσίευση αναθέσεων
-
Δυναμική εκχώρηση αριθμού ομάδας
-
εκχωρημένοι πόροι
-
αναθέτω
-
κάτοχος ανάθεσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη