Μετάφραση του "assignee" σε Ελληνικά

Οι εντολοδόχος, πληρεξούσιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assignee" σε Ελληνικά.

assignee noun γραμματική

one to whom a thing is assigned [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εντολοδόχος

  • πληρεξούσιος

    masculine

    Juozas Dzekunskas (certificate of competence No 468a) has been appointed to act as assignee for the administrator.

    Ο κ. Juozas Dzekunskas (πιστοποιητικό αριθ. 468a) διορίσθηκε πληρεξούσιος του συνδίκου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " assignee " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "assignee" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη