Μετάφραση του "assimilate" σε Ελληνικά
Οι αφομοιώνω, συνταυτίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assimilate" σε Ελληνικά.
assimilate
verb
noun
γραμματική
To incorporate nutrients into the body after digestion. [..]
-
αφομοιώνω
verbto absorb a group of people into a community [..]
-
συνταυτίζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " assimilate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "assimilate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ικανότητα αφομοίωσης αποβλήτων
-
αφομοίωση · προσομοίωση · σύγκριση
-
μαθητής
-
Αφομοίωση
-
αφομοιώνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη