Μετάφραση του "assimilation" σε Ελληνικά
Οι αφομοίωση, προσομοίωση, σύγκριση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assimilation" σε Ελληνικά.
The act of assimilating or the state of being assimilated. [..]
-
αφομοίωση
noun feminineConversion of nutritive material to living tissue.(Source: KOREN)
It will lead to the opposite of adaptation and assimilation.
Θα έχει το αντίθετο αποτέλεσμα από την προσαρμογή και την αφομοίωση.
-
προσομοίωση
(phonology) sound change process by which two segments become more alike
The young people are elected at school and subsequently invited to the Parliament, where they take part is assimilated parliamentary debate.
Η εκλογή των νέων πραγματοποιείται στο σχολικό περιβάλλον. Στη συνέχεια οι νέοι που εκλέγονται καλούνται στη Βουλή όπου πραγματοποιείται προσομοίωση μιας κοινοβουλευτικής συζήτησης.
-
σύγκριση
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " assimilation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Assimilation (biology)
-
Αφομοίωση
Assimilation is the perfect means of attaining that goal.
Η αφομοίωση είναι το τέλειο μέσο για την επίτευξη αυτού του στόχου.
Φράσεις παρόμοιες με "assimilation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αφομοιώνω · συνταυτίζω
-
ικανότητα αφομοίωσης αποβλήτων
-
μαθητής
-
αφομοιώνω