Μετάφραση του "assistant" σε Ελληνικά
Οι βοηθός, βοηθητικός, επίκουρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assistant" σε Ελληνικά.
assistant
adjective
noun
γραμματική
Having a subordinate or auxiliary position. [..]
-
βοηθός
noun m;f masculine;feminineperson who assists [..]
Tom had three assistants.
Ο Τομ είχε τρεις βοηθούς.
-
βοηθητικός
adjective masculinehaving a subordinate or auxiliary position
In the management of the programme, recourse will be made to external assistance specialized in monitoring projects.
Κατά τη διαχείριση του προγράμματος, γίνεται προσφυγή σε εξωτερικούς βοηθητικούς φορείς ειδικευμένους στην παρακολούθηση σχεδίων.
-
επίκουρος
I took a position as assistant professor of zoology... here at Indiana University.
'Εγινα επίκουρος καθηγητής της ζωολογίας εδώ, στην Ιντιάνα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " assistant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "assistant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εκμάθηση γλώσσας με τη βοήθεια / υποστήριξη υπολογιστή
-
Χαρτογραφία με τη βοήθεια υπολογιστή
-
ευθανασία · υποβοηθούμενη αυτοκτονία
-
βοηθός ερευνητής
-
Προσωπικός ψηφιακός οδηγός · προσωπικός ψηφιακός οδηγός
-
Προηγμένα συστήματα υποβοήθησης οδηγού
-
Παραγγελιοδοσία με τη βοήθεια υπολογιστή
-
Αίτηση για Απομακρυσμένη Βοήθεια...
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη