Μετάφραση του "assisted" σε Ελληνικά
Το βοηθούμενος είναι η μετάφραση του "assisted" σε Ελληνικά.
assisted
adjective
verb
Past tense and past participle of to assist. [..]
-
βοηθούμενος
I'll assist in any way I can.
Θα βοηθήσω με οποιονδήποτε τρόπο μπορώ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " assisted " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "assisted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Εκμάθηση γλώσσας με τη βοήθεια / υποστήριξη υπολογιστή
-
Χαρτογραφία με τη βοήθεια υπολογιστή
-
ευθανασία · υποβοηθούμενη αυτοκτονία
-
προσωπικός ψηφιακός οδηγός
-
Προηγμένα συστήματα υποβοήθησης οδηγού
-
Παραγγελιοδοσία με τη βοήθεια υπολογιστή
-
Αίτηση για Απομακρυσμένη Βοήθεια...
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη