Μετάφραση του "asymptomatic" σε Ελληνικά

Το ασυμπτωματικός είναι η μετάφραση του "asymptomatic" σε Ελληνικά.

asymptomatic adjective noun γραμματική

(pathology) Not exhibiting any symptoms of disease. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασυμπτωματικός

    adjective masculine

    Great, but I didn't say my patient was asymptomatic.

    Μεγάλη, αλλά δεν είπα ασθενής ήταν ασυμπτωματικός μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " asymptomatic " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "asymptomatic" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη