Μετάφραση του "attached" σε Ελληνικά

Οι δεμένος, με απόσπαση, στερεωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "attached" σε Ελληνικά.

attached adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of attach. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δεμένος

    adjective masculine

    He didn't need to be attached to a safety cable.

    Εκείνος δεν χρειαζόταν να είναι δεμένος με ένα καλώδιο ασφαλείας.

  • με απόσπαση

  • στερεωμένος

    adjective masculine

    A long string or line that you hold is attached to short strings on the kite’s underside.

    Ένας μακρύς σπάγγος, που κρατάτε, είναι στερεωμένος σε μικρά κομμάτια σπάγγου στο κάτω μέρος του χαρταετού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνδεδεμένος
    • συνημμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " attached " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "attached" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "attached" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη