Μετάφραση του "attached" σε Ελληνικά
Οι δεμένος, με απόσπαση, στερεωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "attached" σε Ελληνικά.
attached
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of attach. [..]
-
δεμένος
adjective masculineHe didn't need to be attached to a safety cable.
Εκείνος δεν χρειαζόταν να είναι δεμένος με ένα καλώδιο ασφαλείας.
-
με απόσπαση
-
στερεωμένος
adjective masculineA long string or line that you hold is attached to short strings on the kite’s underside.
Ένας μακρύς σπάγγος, που κρατάτε, είναι στερεωμένος σε μικρά κομμάτια σπάγγου στο κάτω μέρος του χαρταετού.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συνδεδεμένος
- συνημμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " attached " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "attached" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μη εγγεγραμμένος
-
λειτουργία προσάρτησης
-
Διεπαφή προηγμένης τεχνολογίας επισύναψης πακέτων
-
Διεπαφή προηγμένης τεχνολογίας επισύναψης πακέτων
-
Διεπαφή μονάδας σύνδεσης, Έθερνετ 10 Gbit
-
Διεπαφή μονάδας προσάρτησης
-
Επισύναψη προηγμένης τεχνολογίας
-
Σειριακή σύνδεση προηγμένης τεχνολογίας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη