Μετάφραση του "attach to" σε Ελληνικά

Οι έρχομαι μαζί, ανήκω, αφορώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "attach to" σε Ελληνικά.

attach to verb

To be present or associated with an event or entity (e.g. a dish or a disease). [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • έρχομαι μαζί

    verb
  • ανήκω

    verb

    It has priests attached to regiments and it blesses them and forgives them for their taking of lives.

    Υπάρχουν ιερείς που ανήκουν σε στρατεύματα και η εκκλησία τους ευλογεί και τους συγχωρεί παρ'όλο που έχουν αφαιρέσει ζωές.

  • αφορώ

    verb

    Therefore, as regards interest payments, the risk attaching to Wfa's capital is slightly lower then that attaching to the other three instruments.

    Κατά συνέπεια, όσον αφορά την πληρωμή των τόκων, το ειδικό αποθεματικό Wfa ενέχει κάπως μικρότερο κίνδυνο σε σχέση με τα άλλα τρία μέσα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνδέομαι
    • συνοδεύω
    • σχετίζομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " attach to " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "attach to" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "attach to" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη