Μετάφραση του "attacking" σε Ελληνικά

Το βάλλοντας είναι η μετάφραση του "attacking" σε Ελληνικά.

attacking adjective verb

Present participle of attack. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάλλοντας

    Freedom of information and media in Russia is under attack.

    Η ελευθερία της πληροφόρησης και των μέσων μαζικής ενημέρωσης στη Ρωσία βάλλεται ευθέως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " attacking " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "attacking" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "attacking" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη