Μετάφραση του "attainable" σε Ελληνικά

Οι εφικτός, επιτευκτός, κατορθωτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "attainable" σε Ελληνικά.

attainable adjective noun γραμματική

Able to be achieved, accomplished or obtained. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφικτός

    adjective masculine

    Able to be achieved, accomplished or obtained

    She's attainable for a guy like me now.

    Αυτή είναι εφικτός για έναν άντρα σαν κι εμένα τώρα.

  • επιτευκτός

    Able to be achieved, accomplished or obtained

  • κατορθωτός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " attainable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "attainable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • γνώσεις · επίτευγμα · επίτευξη · κατόρθωμα · πραγματοποίηση · προσόν
  • αιχμαλωτίζω · ανεβαίνω · αποκτώ · επιτυγχάνω · κατακτώ · κατορθώνω · πετυχαίνω · φθάνω · φτάνω
  • επιτυγχάνω · κατορθώνω · πετυχαίνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "attainable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη