Μετάφραση του "attending" σε Ελληνικά

Οι φοίτηση, παράσταση, παρακολούθηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "attending" σε Ελληνικά.

attending adjective noun verb γραμματική

(US) A physician on the staff of a hospital, especially the principal one that supervises a patient's care. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φοίτηση

    noun

    In cases where there is no certification, successful completion must be associated with full attendance.

    Όταν δεν υπάρχει καμία διαδικασία πιστοποίησης, η επιτυχής ολοκλήρωση πρέπει να συνδεθεί με την πλήρη φοίτηση.

  • παράσταση

    noun

    She has box seats at the Bolshoi and attends every performance.

    Έχει θέσεις στο Μπολσόι και πηγαίνει σε κάθε παράσταση.

  • παρακολούθηση

    noun

    Why should regular meeting attendance be a permanent feature of our lives now?

    Γιατί πρέπει η τακτική παρακολούθηση των συναθροίσεων να αποτελεί μόνιμο χαρακτηριστικό της ζωής μας τώρα;

  • προσοχή

    noun feminine

    Give me leave to attend on something I can influence.

    Δώσε μου την άδεια να δώσω προσοχή σε πράγματα που μπορώ να επηρεάσω.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " attending " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "attending" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κονσόλα τηλεφωνήτριας · κονσόλα υποδοχής κλήσεων
  • ακολουθία · ακροατήριο · απουσίες · παράσταση · παρακολούθηση · παρουσία · παρουσίες
  • στέκομαι κλαρίνο μπροστά σε κπ · στέκομαι σούζα μπροστά σε κπ
  • συνοδευόμενος από
  • τουριστική κίνηση
  • ακόλουθος · υπηρέτης
  • ναυαγοσώστης
  • Διαχείριση ημερολογίου
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "attending" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη