Μετάφραση του "attributive" σε Ελληνικά

Οι προσδιοριστικό, προσδιοριστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "attributive" σε Ελληνικά.

attributive adjective noun γραμματική

(grammar, of a word or phrase) Modifying a noun, while in the same phrase as that noun. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσδιοριστικό

  • προσδιοριστικός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " attributive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "attributive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • χαρακτηριστικό TestClass
  • αποδίδομαι
  • Μεταβλητή (έρευνα)
  • πεδίο χαρακτηριστικού
  • χαρακτηριστικό TestMethod
  • κλάση χαρακτηριστικών
  • πιστοποιητικό χαρακτηριστικών γνωρισμάτων
  • αποδίδουν, προσόν · αποδίδω · απονέμω · γνώρισμα · ιδιότητα · κατηγορούμενο · πιστώνω (κτ σε κπ) · προσδιορισμός · χαρακτηριστικό
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "attributive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη