Μετάφραση του "augmentation" σε Ελληνικά
Οι αύξηση, αύξηση, προσθήκη, επαύξηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "augmentation" σε Ελληνικά.
augmentation
noun
γραμματική
The act or process of augmenting. [..]
-
αύξηση
noun feminineMember States may authorise artificial recharge or augmentation of groundwater bodies.
Τα κράτη μέλη δύνανται να επιτρέπουν την τεχνητή αναπλήρωση ή αύξηση των συστημάτων υπογείων υδάτων.
-
αύξηση, προσθήκη, επαύξηση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " augmentation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "augmentation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σύστημα επαύξησης ευρείας περιοχής
-
συλλαβική αύξηση
-
Επίγεια συστήματα επαύξησης
-
Υπολογιστής βελτίωσης πτήσης
-
Συστήματα επαύξησης μέσω δορυφόρου
-
Υπολογιστής βελτίωσης πτήσης
-
Αυξητική στήθους
-
Σύστημα επαύξησης ευρείας περιοχής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη