Μετάφραση του "augmentative" σε Ελληνικά

Το αυξητικός είναι η μετάφραση του "augmentative" σε Ελληνικά.

augmentative adjective noun γραμματική

Growing, enlarging, increasing. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυξητικός

    adjective noun masculine

    a form of word that expresses large size, intensity, or seniority [..]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " augmentative " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "augmentative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "augmentative" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη