Μετάφραση του "augmentative" σε Ελληνικά
Το αυξητικός είναι η μετάφραση του "augmentative" σε Ελληνικά.
augmentative
adjective
noun
γραμματική
Growing, enlarging, increasing. [..]
-
αυξητικός
adjective noun masculinea form of word that expresses large size, intensity, or seniority [..]
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " augmentative " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "augmentative" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Σύστημα επαύξησης ευρείας περιοχής
-
συλλαβική αύξηση
-
Επίγεια συστήματα επαύξησης
-
Υπολογιστής βελτίωσης πτήσης
-
Συστήματα επαύξησης μέσω δορυφόρου
-
Υπολογιστής βελτίωσης πτήσης
-
Αυξητική στήθους
-
Σύστημα επαύξησης ευρείας περιοχής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη