Μετάφραση του "aunt" σε Ελληνικά
Οι θεία, θεια, θείτσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aunt" σε Ελληνικά.
aunt
noun
γραμματική
a sister or sister-in-law of someone’s parent [..]
-
θεία
noun femininea parent’s sister or sister-in-law [..]
After his parents' death he was brought up by his aunt.
Μετά το θάνατο των γονιών του, τον μεγάλωσε η θεία του.
-
θεια
NounNo wonder your aunt gave you this shitbox for free.
Τώρα κατάλαβα γιατί στο'δωσε η θεια σου τζάμπα αυτό το πράγμα.
-
θείτσα
Even Arun said no, he doesn't want a frumpy aunt like you.
Ακόμη κι ο Αρούν είπε, ότι δεν θέλει μια άχαρη θείτσα σαν εσένα!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aunt " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "aunt" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
θεία · θείτσα · θεια
-
θεία · θείτσα · θεια
-
που έχει συμβουλευτική στήλη
-
θεία · θείτσα · θεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη