Μετάφραση του "aural" σε Ελληνικά
Οι ακουστικός, ωτικός, Ακουστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aural" σε Ελληνικά.
aural
adjective
γραμματική
Of or pertaining to the ear. [..]
-
ακουστικός
adjective masculine -
ωτικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " aural " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Aural
-
Ακουστικός
Φράσεις παρόμοιες με "aural" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μέθοδος ακουστικού μηδενισμού
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη