Μετάφραση του "authentication" σε Ελληνικά

Οι πιστοποίηση, αυθεντικοποίηση, επικύρωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "authentication" σε Ελληνικά.

authentication noun γραμματική

something which validates or confirms the authenticity of something [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιστοποίηση

    noun feminine

    proof of the identity of a user logging on to some network

    And carbon dating did peg it to biblical times, but the authentication proved unreliable.

    Η χρονολόγηση με άνθρακα την τοποθετεί σε βιβλικές εποχές αλλά η πιστοποίηση αποδείχτηκε αναξιόπιστη.

  • αυθεντικοποίηση

    noun feminine

    proof of the identity of a user logging on to some network

    What would you consider authentication?

    Πως ακριβώς ορίζετε εσείς την αυθεντικοποίηση;

  • επικύρωση

    I have to get that Monet authenticated by tomorrow.

    Πρέπει να πάρω την επικύρωση του Μονέ μέχρι αύριο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θεώρηση
    • Πιστοποίηση
    • ταυτοποίηση
    • έλεγχος ταυτότητας
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " authentication " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Authentication
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αυθεντικότητα

    Authenticity has very little to do with it.

    Η αυθεντικότητα έχει ελάχιστη σχέση με το θέμα.

  • Επικύρωση, επαλήθευση , ταυτοποίηση

Φράσεις παρόμοιες με "authentication" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "authentication" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη