Μετάφραση του "authenticate" σε Ελληνικά

Οι πιστοποιώ, επισημοποιώ, νομιμοποιώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "authenticate" σε Ελληνικά.

authenticate adjective verb γραμματική

To render authentic; to give authority to, by the proof, attestation, or formalities required by law, or sufficient to entitle to credit. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιστοποιώ

    verb
  • επισημοποιώ

  • νομιμοποιώ

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " authenticate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "authenticate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "authenticate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη