Μετάφραση του "authorize" σε Ελληνικά

Οι εξουσιοδοτώ, εγκρίνω, δικαιολογώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "authorize" σε Ελληνικά.

authorize verb γραμματική

(transitive) to grant someone the power or authority to do something specific [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξουσιοδοτώ

    verb

    To grant a person, computer process, or device access to certain information, services or functionality.

    Below that amount the Commission should have the authority to take decisions without prior consultation.

    Κάτω από αυτό το ποσό η Επιτροπή θα εξουσιοδοτηθεί να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς προηγούμενη διαβούλευση.

  • εγκρίνω

    verb

    The annual appropriations shall be authorized by the budgetary authority within the limits of the financial perspectives.

    Οι ετήσιες πιστώσεις εγκρίνονται από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή εντός των ορίων των δημοσιονομικών προοπτικών.

  • δικαιολογώ

    If the relevant authority decides to deviate from these recommendations, it shall give reasons in its decisions.

    Εάν η σχετική αρχή αποφασίσει να αποκλίνει από τη σύσταση αυτή, δικαιολογεί τις αποφάσεις της.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θεωρώ
    • νομιμοποιώ
    • δίνω εξουσιοδότηση σε
    • δίνω το δικαίωμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " authorize " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "authorize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "authorize" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη