Μετάφραση του "authorized" σε Ελληνικά

Οι αναγνωρισμένος, εξουσιοδοτημένος, θεωρημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "authorized" σε Ελληνικά.

authorized adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of authorize. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναγνωρισμένος

    At the same time, the new Agency would be a recognised partner for aviation authorities in other parts of the world.

    και παράλληλα δημιουργείται αναγνωρισμένος εταίρος αεροναυτικών αρχών τρίτων χωρών.

  • εξουσιοδοτημένος

    Il Ministro per le finanze or an authorized representative

    Il ministro per le finanze ή εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος

  • θεωρημένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " authorized " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "authorized" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "authorized" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη