Μετάφραση του "autocracy" σε Ελληνικά
Οι αυταρχία, αυτοκρατία, απολυταρχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "autocracy" σε Ελληνικά.
autocracy
noun
γραμματική
A form of government in which unlimited power is held by a single individual. [..]
-
αυταρχία
noun feminineform of government
-
αυτοκρατία
I want to ask you whether you I exchange?I' ve autocracy
Ήθελα να σας ρωτήσω, αν αλλάζετε; Έχω αυτοκρατία
-
απολυταρχία
noun feminineIgnoring a people' s clear statement about the integration process is not democracy, but autocracy.
Το γεγονός ότι αγνοείται η σαφέστατη γνώμη του λαού για τη διαδικασία ολοκλήρωσης δεν είναι δημοκρατία, είναι απολυταρχία.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δεσποτισμός
- μοναρχία
- τυραννία
- μονοκρατορία
- αυταρχισμός
- δεσποτεία
- δικτατορία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " autocracy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη