Μετάφραση του "aversion" σε Ελληνικά

Οι αποστροφή, απέχθεια, αντιπάθεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aversion" σε Ελληνικά.

aversion noun γραμματική

Opposition or repugnance of mind; fixed dislike. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποστροφή

    noun feminine

    a turning away [..]

    This is preferable to carbon dioxide inhalation, as carbon dioxide may be aversive.

    Η μέθοδος αυτή είναι προτιμότερη από την εισπνοή διοξειδίου του άνθρακα, διότι το τελευταίο μπορεί να προκαλέσει αποστροφή.

  • απέχθεια

    noun feminine

    fixed dislike

    Mr. Flynt, do you have an aversion to religion?

    Kύριε Φλιvτ, μήπως τρέφετε απέχθεια για τη θρησκεία?

  • αντιπάθεια

    noun feminine

    I suppose your aversion to the military will be an issue.

    Υποθέτω πως ή αντιπάθεια σας για τον στρατό θα είναι ένα θέμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aversion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "aversion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δυσάρεστος
  • δύσκολες στιγμές
  • αχώνευτος · πιο μισητός
  • αντίθετος
  • αποστροφή
  • απρόθυμος στην ανάληψη κινδύνου · δειλός · διστακτικός στο ρίσκο · ευθυνόφοβος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aversion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη