Μετάφραση του "avert" σε Ελληνικά
Οι αποτρέπω, αποστρέφω, αποσοβώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "avert" σε Ελληνικά.
avert
verb
γραμματική
(transitive) To turn aside or away. [..]
-
αποτρέπω
verbto ward off [..]
Sometimes a simple conversation can avert a major lawsuit.
Μερικές φορές μα απλή συζήτηση μπορεί να αποτρέψει ένα σοβαρό δικαστήριο.
-
αποστρέφω
verbto turn aside [..]
-
αποσοβώ
to ward off
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αποφεύγω
- αποκρούω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " avert " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "avert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποστρέφω · αποτρέπω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη