Μετάφραση του "avocation" σε Ελληνικά

Οι ενασχόληση, επάγγελμα, χόμπι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "avocation" σε Ελληνικά.

avocation noun γραμματική

(obsolete) A calling away; a diversion. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενασχόληση

    noun

    calling, which may or may not provide employment

  • επάγγελμα

    noun neuter

    He's not a murderer by avocation.

    Δεν είναι δολοφόνος από επάγγελμα.

  • χόμπι

    noun neuter

    Restaurant keeping is my avocation.

    Η διεύθυνση του εστιατορίου είναι το χόμπι μου.

  • περιέργεια

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " avocation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "avocation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη