Μετάφραση του "backhanded" σε Ελληνικά

Οι διφορούμενος, υποκριτικός, ανειλικρινής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "backhanded" σε Ελληνικά.

backhanded adjective verb adverb γραμματική

Simple past tense and past participle of backhand. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διφορούμενος

    adjective
  • υποκριτικός

  • ανειλικρινής

    adjective masculine, feminine

    That was such a backhanded compliment.

    Αυτή ήταν μία τόσο ανειλικρινής φιλοφρόνηση.

  • με την ανάποδη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " backhanded " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "backhanded" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανάποδη · ρεβέρ
  • ανάποδη · δωροδοκία · δωροληψία · ξανάστροφη
  • διφορούμενη φιλοφρόνηση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "backhanded" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη