Μετάφραση του "backhoe" σε Ελληνικά

Το Εκσκαφέας είναι η μετάφραση του "backhoe" σε Ελληνικά.

backhoe verb noun γραμματική

A piece of excavating equipment consisting of a digging bucket on the end of an articulated arm; drawn backwards to move earth. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Εκσκαφέας

    Operation backhoe went well.

    Η επιχείρηση " Εκσκαφέας " πήγε καλά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " backhoe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "backhoe"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "backhoe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη