Μετάφραση του "barefoot" σε Ελληνικά
Οι ξυπόλυτος, ξυπόλητα, ανυπόδητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "barefoot" σε Ελληνικά.
barefoot
adjective
adverb
γραμματική
(colloquial, of a vehicle on an icy road) not using snow chains. [..]
-
ξυπόλυτος
adverb adjective masculinewearing nothing on the feet [..]
My mother would have a fit if she knew I was out here barefoot.
Η μάνα μου θα φρίκαρε αν ήξερε ότι είμαι έξω ξυπόλυτος.
-
ξυπόλητα
adverbwearing nothing on the feet
We all went barefoot, full of lice, but the important decisions were made all together.
Όλα ήταν ξυπόλητα, γεμάτο ψείρες, αλλά τις σημαντικές αποφάσεις τις παίρναμε όλα μαζί.
-
ανυπόδητος
adverbwearing nothing on the feet
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανυπόδετα
- γυμνόποδος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " barefoot " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "barefoot"
Φράσεις παρόμοιες με "barefoot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανυπόδητος · ξυπόλυτος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη