Μετάφραση του "barefooted" σε Ελληνικά

Οι ξυπόλυτος, ανυπόδητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "barefooted" σε Ελληνικά.

barefooted adjective adverb γραμματική

Without shoes on, shoeless. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξυπόλυτος

    adverb adjective masculine

    wearing nothing on the feet [..]

    The next month, October, a barefoot young man knocked on the door of the missionary home.

    Τον επόμενο μήνα, τον Οκτώβριο, ένας ξυπόλυτος νεαρός χτύπησε την πόρτα του ιεραποστολικού οίκου.

  • ανυπόδητος

    adverb

    wearing nothing on the feet [..]

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " barefooted " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "barefooted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανυπόδετα · ανυπόδητος · γυμνόποδος · ξυπόλητα · ξυπόλυτος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "barefooted" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη