Μετάφραση του "batten" σε Ελληνικά

Οι σανίδα, κοπρίζω, παχαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "batten" σε Ελληνικά.

batten verb noun γραμματική

(intransitive) To become better; improve in condition, especially by feeding. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • σανίδα

    noun feminine

    (9) Mounted mechanically on a wood batten support frame, with or without an open air gap behind.

    (9) Τοποθετημένες μηχανικά σε πλαίσιο στήριξης από ξύλινες σανίδες, με ή χωρίς ανοιχτό διάκενο στο πίσω μέρος.

  • κοπρίζω

    verb
  • παχαίνω

  • στερεώνω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " batten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "batten"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "batten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη