Μετάφραση του "battered" σε Ελληνικά

Οι βαλλόμενος, κακοποιημένος, ξεχαρβαλωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "battered" σε Ελληνικά.

battered adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of batter. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βαλλόμενος

    particle

    Did he instruct her to get her boyfriend to batter her baby to death?

    Την παρότρυνε να βάλει στον φίλο της να χτυπήσει το μωρό της μέχρι θανάτου;

  • κακοποιημένος

    At times, I felt like a battered husband... "

    " Κάποιες φορές, ένιωθα σαν κακοποιημένος σύζυγος ".

  • ξεχαρβαλωμένος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πολύπαθος
    • ρημαγμένος
    • ταλαίπωρος
    • χειμαζόμενος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " battered " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "battered" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • A beaten mixture of flour, eggs, and milk or another liquid, used to make pancakes or to cover food before frying it ... κουρκουτι · βάλλω κατά ριπάς κατά [+Γεν.] · γκρεμίζω · εξαπολύω βολές κατά [+Γεν.] · ζυμάρι · ζύμη · καταστρέφω από κακή ή απότομη χρήση · καταφέρω σκληρά χτυπήματα · καταχτυπάω · κλίση · κοπανάω · κουρκούτι · λυμαίνομαι · μίγμα από αυγά, γάλα και αλεύρι · παίχτης του κρίκετ ή του μπέιζμπολ · ρημάζω · ροπαλοφόρος · συντρίβω · σφυροκοπώ · τσακίζω · χτυπώ
  • χτυπώ δυνατά την πόρτα
  • χειμάζομαι από
  • Κουμπί "Ζύμη φράουλα"
  • κλυδωνίζομαι · παραδέρνω στα κύματα
  • Κουμπί "Ζύμη λεμόνι"
  • χτυπώ
  • μίγμα από αυγά, γάλα και αλεύρι · παίχτης του κρίκετ ή του μπέηζ-μπωλ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "battered" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη